Γράφει ο Νίκος Σόκολος
Από την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα, μέχρι τις τελευταίες ανασκαφικές αρχαιολογικές ανακαλύψεις, μαζί με τις πανεπιστημιακές και τις συστηματικές ανασκαφές που βρίσκονται σε εξέλιξη, περιμένουμε από την έρευνα στο Δίον, κυρίως για το Θρησκευτικό κέντρο των αρχαίων Μακεδόνων. Στο Δισπηλιό της Καστοριάς, την συστηματική έρευνα, στον προϊστορικό λιμναίο οικισμό.
Στη Βεργίνα, την εμβληματική ανασκαφή του ΑΠΘ, η οποία συνεχίζεται συστηματικά, για την μελέτη της αρχαίας πρωτεύουσας των Μακεδόνων. Στην νήσο Γαύδο, και στην νησίδα Κυθρός, τις Προϊστορικές και τις ιστορικές έρευνες πεδίου. Στη Ροδαφνίδια Λέσβου, την σημαντική θέση, για την Παλαιολιθική περίοδο, στον Ελλαδικό χώρο. Στην Αρχαία Κραννώνα, ανασκαφικό πρόγραμμα, στην περιοχή της Θεσσαλίας.
Εκείνο που δεν περιμένουμε, είναι η επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα, μια και το Βρετανικό Μουσείο προτείνει τον δανεισμό, ακόμα και μια πολιτιστική συνεργασία, χωρίς όμως να αλλάζει ο Βρετανικός νόμος, ο οποίος απαγορεύει ρητά, στους διαχειριστές του Βρετανικού Μουσείου, να απομακρύνουν, ή να αποξενώσουν μόνιμα, οποιοδήποτε αντικείμενο από την συλλογή του.
Έτσι στην σημερινή κατάσταση, η οποία σχετίζεται με τις διαρκείς διεκδικήσεις της Ελλάδας, για την οριστική επανένωση των γλυπτών, στο Μουσείο Ακρόπολης, η εκάστοτε Βρετανική κυβέρνηση, δηλώνει, ότι δεν έχει πρόθεση, να αλλάξει τον νόμο του 1963, αφήνοντας την διαχείριση, αποκλειστικά στην αυτονομία, των επιτρόπων του Μουσείου.
Μπορεί το Βρετανικό Μουσείο, να προσφέρει γνώση στο κοινό, να συγκεντρώνει, να συντηρεί, να διατηρεί, και να παρουσιάζει αντικείμενα ιστορικής και πολιτιστικής αξίας, όπως και να φιλοξενεί σημαντικά εκθέματα, από πολλούς αρχαίους πολιτισμούς, όμως δεν μπορεί να παραμένει αμετάβλητη η νομοθεσία, για την επιστροφή των γλυπτών του Παρθενώνα, στην Ελλάδα.
Και αυτό επειδή, τα γλυπτά του Παρθενώνα, αποτελούν κορυφαίο σύμβολο, της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, καθώς και της διαχρονικής προσφοράς μας στην παγκόσμια τέχνη, και την δημοκρατία. Επίσης εκφράζουν τα ιδεώδη της κλασικής Αθήνας, λειτουργούν ως σημείο αναφοράς, για την Ελληνικότητα, και την οικουμενικότητα του πνεύματος, με την Ελλάδα να ενισχύει την Εθνική και ιστορική της ταυτότητα, σε ένα διαρκές πεδίο προκλήσεων, και κατανόησης, τι είναι τέχνη, τι είναι πολιτισμός, τι είναι η ανάδειξη του σπάνιου και του πρωτόγνωρου, τι είναι πραγματικά Μουσείο και τι είναι η πολιτισμική θεωρία.
Στο πλαίσιο αυτό, το Βρετανικό Μουσείο, θα πρέπει να εξετάσει, τις διαφορετικές προσλήψεις του πολιτισμού, από διαφορετικά ρεύματα, κριτικής και πολιτιστικής σκέψης, από διαφορετικά μοντέλα πολιτισμικής ανάλυσης, μέσα σε μια ιστορική προοπτική, αλλά και τα πολλαπλά ζητήματα, της σύγχρονης αρχαιολογικής σκέψης.
Όπως επίσης, τις διαφορετικές Βρετανικές πολιτισμικές σπουδές, την κουλτούρα, την δομή, και το υποκείμενο της δράσης. Όταν όλα αυτά, μαζί με άλλους παραμέτρους, διαπερνούν τον τρόπο σκέψης, στα ζητήματα πολιτισμού, καθώς και στο πως αλληλεπιδρούν οι διάφορες απόψεις, για την διεκδίκηση της επιστροφής των γλυπτών της Ελλάδας, τότε μπορούμε να φτάσουμε στην αρχή, και στην αναγνώριση των αξιών της Ελληνικής πολιτισμικής θεωρίας, για να επιστραφούν τα γλυπτά, καθώς και άλλα αρχαία αντικείμενα, σπουδαίων Ελληνικών αρχαιοτήτων.