Οι απαντήσεις του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης και της διοίκησης του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης, οι οποίες ήρθαν ως αποτέλεσμα του συνεχούς κοινοβουλευτικού ελέγχου με ερωτήσεις και αναφορές, δεν απαντούν ουσιαστικά στις ανησυχίες για το μέλλον του ΕΚΤ.

Αντίθετα, επιβεβαιώνουν ότι ένας κρίσιμος δημόσιος φορέας, με εθνικό ρόλο στην τεκμηρίωση, τη στατιστική γνώση, την έρευνα, την καινοτομία και τις ψηφιακές υποδομές, εξακολουθεί να στηρίζεται σε ένα επισφαλές μοντέλο λειτουργίας, τονίζει η Μερόπη Τζούφη, βουλευτής Ιωαννίνων, που υπογραμμίζει και τα εξής:

«Το ίδιο το Υπουργείο αναγνωρίζει ότι το ΕΚΤ αποτελεί εθνική ερευνητική και τεχνολογική υποδομή στρατηγικής σημασίας και Εθνική Αρχή του Ελληνικού Στατιστικού Συστήματος. Ακριβώς γι’ αυτό, η συνέχεια της λειτουργίας του δεν μπορεί να εξαρτάται από συμβάσεις ορισμένου χρόνου, συμβάσεις έργου και χρηματοδοτικά προγράμματα με ημερομηνία λήξης.

Οι αναφορές σε προσλήψεις, κινητικότητα και διαδικασίες Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων δεν αρκούν, όσο δεν συνοδεύονται από σαφές χρονοδιάγραμμα, αποτύπωση των πραγματικών αναγκών και δέσμευση για την κάλυψη των πάγιων λειτουργιών του φορέα. Ούτε οι γενικές διαβεβαιώσεις περί «ανοιχτού διαύλου επικοινωνίας» με τους εργαζόμενους απαντούν στα ζητήματα εργασιακής ανασφάλειας, αποχωρήσεων έμπειρου προσωπικού και ανάγκης αποκατάστασης κλίματος εμπιστοσύνης.

Την ίδια στιγμή, η διεύρυνση του αντικειμένου του ΕΚΤ, με νέα έργα, διεθνείς συνεργασίες και πεδία όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη, η καινοτομία και η Αμυντική Καινοτομία, καθιστά ακόμη πιο αναγκαίες τη διαφάνεια, τη λογοδοσία, τις θεσμικές εγγυήσεις και την επιστημονική ανεξαρτησία του φορέα.

Το Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης είναι δημόσια υποδομή γνώσης. Δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μηχανισμός διαχείρισης αποσπασματικών έργων. Η ενίσχυσή του αφορά τη δυνατότητα της χώρας να παράγει, να τεκμηριώνει και να αξιοποιεί δημόσια γνώση με όρους συνέχειας, διαφάνειας και κοινωνικού συμφέροντος».