Κωνσταντίνος Αθ. Ρίζος
Δικηγόρος
Η εικόνα είναι τόσο οικεία που έχει γίνει meme: κάτι χαλάει στον υπολογιστή του γραφείου. Ο εκτυπωτής δεν εκτυπώνει, ένα πρόγραμμα αρνείται να ανοίξει ή το Wi-Fi συνδέεται κανονικά, αλλά Internet δεν υπάρχει. Κάπου εκεί αρχίζει η αναζήτηση του συναδέλφου που «ξέρει από αυτά».
Θεωρητικά, θα περίμενε κανείς να είναι ο εικοσάχρονος. Είναι ο νεότερος στο δωμάτιο, μεγάλωσε με ένα smartphone στο χέρι και κινείται με τόση άνεση σε εφαρμογές και καινούργια ψηφιακά περιβάλλοντα, που κάνει τους υπόλοιπους να νιώθουμε μειονεκτικά. Κι όμως, αυτός που τελικά σηκώνεται από την καρέκλα για να δει τι συμβαίνει είναι συχνά κάποιος τριάντα πέντε ή σαράντα ετών.
Όχι πως κι αυτός ξέρει απαραίτητα τι έχει ο εκτυπωτής. Θα αρχίσει, όμως, να ψαχουλεύει. Θα ξεκινήσει με μια επανεκκίνηση — γιατί, ως γνωστόν, η επανεκκίνηση έχει λύσει περισσότερα προβλήματα από όσα θα ήταν διατεθειμένη να παραδεχτεί ολόκληρη η βιομηχανία της πληροφορικής.
Θα μπει στις ρυθμίσεις, μπορεί να τον εγκαταστήσει από την αρχή, να αναζητήσει τον κατάλληλο driver ή απλώς να αντιγράψει το μήνυμα σφάλματος στο Google. Αν δεν πετύχει τίποτε από αυτά, θα δοκιμάσει κάτι άλλο. Κάποια στιγμή θα βγάλει άκρη.
Το παράδοξο είναι προφανές. Πώς γίνεται η Gen Z, που «γεννήθηκε μέσα στην τεχνολογία», να χρειάζεται μερικές φορές τεχνική βοήθεια από ανθρώπους που θυμούνται ακόμη πώς ήταν η ζωή χωρίς Internet;
Για χρόνια θεωρούσαμε, λανθασμένα, ότι το να είναι κάποιος «παιδί της ψηφιακής εποχής» σημαίνει αυτομάτως ότι καταλαβαίνει και τους υπολογιστές. Η καθημερινή εμπειρία, αλλά και σχετικές έρευνες, έχουν αμφισβητήσει εδώ και χρόνια αυτή την παραδοχή.
Άλλο να χειρίζεται κανείς με ταχύτητα ένα smartphone και άλλο να ξέρει από πού να αρχίσει όταν κάτι που μέχρι χθες λειτουργούσε κανονικά αποφασίσει ξαφνικά να μη λειτουργεί.
Θα ήταν αστείο να συμπεράνουμε από όλα αυτά ότι οι millennials είμαστε καλύτεροι στην τεχνολογία από τη Gen Z, βλέποντας την ταχύτητα με την οποία ένας εικοσάχρονος μπορεί να μάθει μια καινούργια εφαρμογή ή να επεξεργαστεί ένα βίντεο από το κινητό του.
Η διαφορά βρίσκεται στο ότι εμείς γνωρίσαμε την τεχνολογία σε διαφορετική φάση της εξέλιξής της. Γιατί οι millennials δεν μεγαλώσαμε απλώς με υπολογιστές. Μεγαλώσαμε με ΚΑΚΟΥΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΕΣ.
Αν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 θέλαμε να παίξουμε ένα παιχνίδι και αυτό δεν έπαιζε, υπήρχε σοβαρή πιθανότητα να μάθουμε τι είναι το DirectX χωρίς ποτέ να έχουμε εκφράσει σχετική επιθυμία. Κάπου στην πορεία θα συναντούσαμε graphics drivers, RAM, αναλύσεις οθόνης και ρυθμίσεις συμβατότητας.
Και βέβαια υπήρχε πάντα η πατροπαράδοτη μέθοδος αντιμετώπισης κάθε ανεξήγητης δυσλειτουργίας, το γερό χτύπημα στο κουτί του υπολογιστή, μήπως και «ξεκολλήσει». Δεν υπήρχε κάποια ιδιαίτερη τεχνική θεωρία πίσω από αυτό. Απλώς, μερικές φορές, παραδόξως έπιανε.
Υπήρχε, άλλωστε, μια γενικότερη εξοικείωση με την αποτυχία της τεχνολογίας. Το Internet δεν ήταν κάτι που θεωρούσαμε δεδομένο ότι θα λειτουργήσει. Οι σελίδες αργούσαν, οι συνδέσεις έπεφταν όταν κάποιος σήκωνε το τηλέφωνο και το «Error 404 – Page Not Found» ήταν τόσο συνηθισμένο, ώστε ακόμη κι αν δεν είχαμε ιδέα τι σήμαινε το 404, ξέραμε πολύ καλά τι είχε συμβεί: εδώ δεν έχει τίποτα, πάμε πίσω.
Το ίδιο συνέβαινε παντού. Κατεβάζαμε ένα αρχείο και ανακαλύπταμε ότι ήταν .rar, οπότε έπρεπε πρώτα να μάθουμε τι είναι αυτό και μετά πώς ανοίγει.
Αν ο εκτυπωτής δεν εμφανιζόταν, ψάχναμε το μοντέλο του και κατεβάζαμε τον σωστό driver από μια ιστοσελίδα κατασκευαστή που, κατά κανόνα, έμοιαζε να έχει σχεδιαστεί για να μας εμποδίσει να τον βρούμε.
Δεν μαθαίναμε όλα αυτά επειδή μας ενδιέφερε ιδιαίτερα πώς λειτουργούσε ένας υπολογιστής. Τα μαθαίναμε επειδή διαφορετικά η ταινία δεν θα έπαιζε ή το παιχνίδι δεν θα άνοιγε. Και ο εκτυπωτής, φυσικά, θα συνέχιζε να μη τυπώνει.
Έτσι αποκτήσαμε, χωρίς μάθημα και χωρίς να το καταλάβουμε, μια περίεργη πρακτική εξοικείωση με το τι υπάρχει πίσω από την οθόνη. Ξέραμε πάνω-κάτω πού βρίσκονται τα αρχεία και ότι κάπου εγκαθίστανται τα προγράμματα.
Είχαμε επίσης καταλάβει ότι, για να συνδεθεί μια συσκευή με τον υπολογιστή, χρειαζόταν κάτι ενδιάμεσα. Δεν χρειαζόταν να ξέρουμε ακριβώς πώς λειτουργούν όλα αυτά. Αρκούσε να έχουμε μια στοιχειώδη εικόνα για το πού μπορεί να βρίσκεται το πρόβλημα.
Η σημερινή τεχνολογία έχει πετύχει ακριβώς το αντίθετο. Έχει κρύψει όσο μεγαλύτερο μέρος αυτής της πολυπλοκότητας μπορούσε. Όλα λειτουργούν αυτόματα. Συνδέεις μια συσκευή και συνήθως αναγνωρίζεται μόνη της. Μια εφαρμογή εγκαθίσταται χωρίς να σε ρωτήσει σχεδόν τίποτα και τα περισσότερα αρχεία απλώς ανοίγουν όταν τα πατήσεις. Συνδέεσαι στο Wi-Fi χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζεις τι είναι IP address.
Όταν ένας εικοσάχρονος κοιτάζει έναν εκτυπωτή που δεν συνδέεται και σκέφτεται «μα αυτό δεν θα έπρεπε να γίνεται μόνο του;», κατά μία έννοια έχει δίκιο. Θα έπρεπε. Ολόκληρες δεκαετίες τεχνολογικής εξέλιξης και σχεδιασμού έχουν επενδυθεί ακριβώς στο να μη χρειάζεται ο χρήστης να ξέρει τι συμβαίνει από πίσω. Μόνο που μερικές φορές ο εκτυπωτής εξακολουθεί να μη λειτουργεί.
Η πιο ενδιαφέρουσα κληρονομιά εκείνων των κακών υπολογιστών είναι μια εξοικείωση με την τεχνική αβεβαιότητα. Οι γνώσεις για drivers, codecs ή το πού βρίσκεται ο Πίνακας Ελέγχου ήδη ξεπερνιούνται.
Σε λίγα χρόνια θα ακούγονται όπως ακούγεται σήμερα το να γυρίζεις την κασέτα με ένα στυλό Bic. Έμεινε όμως η συνήθεια να αρχίζουμε να ψάχνουμε χωρίς να χρειάζεται να γνωρίζουμε εξαρχής πού ακριβώς βρίσκεται το πρόβλημα.
Μπορεί λοιπόν να μην έχουμε ιδέα γιατί δεν λειτουργεί ο εκτυπωτής. Αυτό όμως δεν μας εμποδίζει ιδιαίτερα. Θα δοκιμάσουμε κάτι, θα αποτύχουμε, θα ψάξουμε λίγο περισσότερο.
Θα ανοίξουμε μερικές καρτέλες στο Google και κάποια στιγμή θα καταλήξουμε σε ένα forum που έχει ξεμείνει ζωντανό από το 2017, όπου κάποιος με το όνομα Voldemort93 είχε ακριβώς το ίδιο πρόβλημα και περιγράφει τη λύση του. Και, κατά πάσα πιθανότητα, θα το φτιάξουμε. Όχι επειδή ξέραμε πώς, αλλά επειδή δεν μας φάνηκε παράλογο ότι έπρεπε να βρούμε πώς.
Το αποτέλεσμα είναι ότι βρεθήκαμε σε μια παράξενη θέση ανάμεσα στις γενιές. Για χρόνια κάναμε άτυπο IT support στους μεγαλύτερους, επειδή ήμασταν «οι νέοι που ξέρουν από υπολογιστές».
Τώρα αρχίζουμε να κάνουμε το ίδιο και προς την άλλη κατεύθυνση. Από τη μία ακούμε το γνώριμο «εσύ ξέρεις από αυτά». Από την άλλη το απολύτως λογικό «μα αυτό δεν θα έπρεπε να γίνεται μόνο του;». Και στη μέση βρισκόμαστε εμείς, που επίσης δεν ξέρουμε, αλλά θα πούμε «Δώσ’ το εδώ».
Μεγαλώσαμε όταν οι υπολογιστές είχαν γίνει αρκετά απαραίτητοι ώστε να βρίσκονται σχεδόν παντού, αλλά παρέμεναν αρκετά κακοί ώστε να μας αναγκάζουν κάθε τόσο να ψάχνουμε τι τους έφταιξε.
Τώρα οι περισσότεροι από εκείνους τους drivers, τα codecs και τα Error 404 έχουν περάσει ή περνούν στην τεχνολογική ιστορία. Ο εκτυπωτής του γραφείου, ευτυχώς για τη συνέχεια της παράδοσης, εξακολουθεί πού και πού να μη λειτουργεί, και κάποιος πρέπει να σηκωθεί από την καρέκλα.
