Γράφει η Χαρά Παπαβασιλείου Κουμουλλή
Ο φακός κεντράρει στον πατέρα με το παιδί. Παραμορφωμένο το πρόσωπό του απ’ το κλάμα, απαρηγόρητο, θέλει να του ξεφύγει, σαν κάτι να γυρεύει, κάποιον, ίσως τη μάνα που χάθηκε μεσοπέλαγα στον αγώνα για τη ζωή.
Μόνο έτσι εξηγείται τέτοιος σπαραγμός στην ψυχή ενός παιδιού. Κι εκεί θέλει να επιστρέψει, σ’ εκείνη. Μήπως νοιάζεται που χάθηκε το παπουτσάκι του και, «μονοσάνδαλο», το άλλο του πόδι κρέμεται στην αγκαλιά του πατέρα, κι αν η πιπίλα του κρέμεται στα χείλη από ένα στόμα που κραυγάζει!
Μισόκλειστα τα μάτια του απ’ τον μορφασμό του πόνου, πώς να το προσπεράσεις! Κάπου στα έξι το μεγαλύτερο, ωριμάζοντας πρόωρα, πατά στις κροκάλες της παραλίας, με το βλέμμα του στοχαστικά στραμμένο στο άδηλο μέλλον, ενώ το γοερό κλάμα του αδερφού του το παίρνει το κύμα που σκάζει στη βραχώδη ακτή. Ωστόσο, στο φόντο της φωτογραφίας η θάλασσα ξεχωρίζει ήρεμη κι ευχαριστημένη, που κατάφερε όσους μπόρεσε να σώσει πρόσφυγες.
«Καμιά εξέταση ασύλου, τον μαζεύεις και άμεση επιστροφή πίσω», υποστηρίξει σθεντορία τη φωνή αυτός που τον έστειλες στη Βουλή πλην των άλλων, πρωτίστως, για τα δικαιώματα του παιδιού, την ελπίδα του αύριο…
«Βλέπεις μια φουσκωτή βάρκα μεσοπέλαγα, ε, τη βουλιάζεις ή δεν την βουλιάζεις;» ο άλλος…
Ε, τους μαζεύεις ή δεν τους μαζεύεις, τους βουλιάζεις ή δεν τους βουλιάζεις μεσοπέλαγα και τους δυο μαζί με το κότερο αναψυχής…
Τα δικά τους παιδιά να ’ν’ καλά κι ας ψοφήσουν πέντ’ αρνιά, που λέει κι ο λαός.
ΙΓ: Απ’ το άρθρο του Δημήτρη Αγγελίδη για το Σύμφωνο Μετανάστευσης– Ασύλου, με τίτλο ΖΩΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΣΗΜΑΣΊΑ, στην Εφημερίδα των Συντακτών (1-3 Αυγούστου 2026).