Ποιος πληρώνει, ποιος κερδίζει και μέχρι πού οδηγεί η λογική των εξοπλισμών
Γράφει ο Γιώργος Πριόβολος*
ΜΕΡΟΣ 2
Στο πρώτο μέρος προσπάθησα να αποτυπώσω το θεσμικό και δημοσιονομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα κινηθεί η ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027.
Στο δεύτερο μέρος το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο ουσιαστικό και περισσότερο πολιτικό.
Ποιος θα πληρώσει τη νέα ευρωπαϊκή αμυντική στρατηγική και ποιος θα ωφεληθεί οικονομικά από αυτήν;
Η Ευρώπη έχει ήδη μπει σε μία περίοδο πρωτοφανούς αύξησης των αμυντικών δαπανών. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Άμυνας, οι συνολικές αμυντικές δαπάνες των 27 έφθασαν τα 418 δισ. ευρώ το 2025 και εκτιμάται ότι θα ανέλθουν στα 454 δισ. ευρώ το 2026, δηλαδή περίπου στο 2,4% του συνολικού ΑΕΠ της Ένωσης.
Πρέπει να γίνει σαφές ότι τα 454 δισ. δεν αποτελούν κάποιο ευρωπαϊκό ταμείο. Είναι οι συνολικές ετήσιες αμυντικές δαπάνες που πραγματοποιούν οι εθνικοί προϋπολογισμοί των κρατών-μελών.
Με άλλα λόγια, το οικονομικό βάρος έχει ήδη αρχίσει να μεταφέρεται στις κοινωνίες.
Στο κέντρο αυτής της νέας στρατηγικής βρίσκονται αναπόφευκτα η Γαλλία και η Γερμανία.
Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν έχουν ταυτόσημες απόψεις σε όλα, συγκλίνουν όμως πλέον στην ανάγκη δημιουργίας ισχυρότερης ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, κοινών προμηθειών, μεγαλύτερης παραγωγικής κλίμακας και περιορισμού των στρατηγικών εξαρτήσεων από τρίτες χώρες.
Η γαλλογερμανική συμφωνία του Ιουλίου 2026 είναι χαρακτηριστική. Παρίσι και Βερολίνο συμφώνησαν να ενισχύσουν τη συνεργασία σε προηγμένα αεροπορικά συστήματα, πυραυλική άμυνα, δυνατότητες πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς, διάστημα, νέες τεχνολογίες και κοινά ευρωπαϊκά πρότυπα.
Η ίδια η Γερμανία σχεδιάζει αμυντικές δαπάνες 109,7 δισ. ευρώ μόνο στον προϋπολογισμό του υπουργείου Άμυνας για το 2027, με στόχο να φθάσει στο 3,5% του ΑΕΠ έως το 2029.
Άρα δεν μιλάμε πλέον απλώς για αγορά περισσότερων όπλων.
Μιλάμε για τη συγκρότηση μιας νέας ευρωπαϊκής αμυντικής οικονομίας.
Ένα από τα βασικά εργαλεία αυτής της πολιτικής είναι το SAFE, Security Action for Europe. Μέσω αυτού του μηχανισμού η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αντλήσει έως 150 δισ. ευρώ από τις αγορές και να τα διαθέσει στα κράτη-μέλη ως μακροπρόθεσμα δάνεια για αμυντικές επενδύσεις και κυρίως για κοινές προμήθειες στρατιωτικού εξοπλισμού.
Και εδώ βρίσκεται ένα κρίσιμο οικονομικό σημείο.
Τα ποσά αυτά δεν είναι επιχορηγήσεις.
Δημιουργούν υποχρέωση αποπληρωμής για τα κράτη που θα τα χρησιμοποιήσουν.
Αυτό σημαίνει ότι η λεγόμενη “κοινή ευρωπαϊκή άμυνα” μπορεί να οργανώνεται σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά το βάρος της αποπληρωμής να παραμένει σε σημαντικό βαθμό εθνικό.
Από καθαρά τεχνοκρατική άποψη, η λογική αυτή έχει επιχειρήματα. Η ευρωπαϊκή αμυντική αγορά είναι κατακερματισμένη, υπάρχουν πολλά διαφορετικά συστήματα και μικρότερες εθνικές σειρές παραγωγής. Οι κοινές προμήθειες μπορούν να μειώσουν κόστος, να αυξήσουν παραγωγική ικανότητα και να περιορίσουν εξαρτήσεις.
Όμως εδώ αρχίζει η πολιτική ένσταση.
Αν τα μικρότερα ή περισσότερο χρεωμένα κράτη δανείζονται για να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες και στη συνέχεια το μεγαλύτερο μέρος των παραγγελιών καταλήγει στις ισχυρές βιομηχανίες των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών χωρών, τότε δημιουργείται μία πολύ συγκεκριμένη ανισορροπία.
Το χρέος παραμένει εθνικό, αλλά το βιομηχανικό όφελος συγκεντρώνεται αλλού.
Αυτό αφορά άμεσα την Ελλάδα.
Η χώρα μας δεν μπορεί να περιοριστεί στον ρόλο του αγοραστή. Αν καλείται να διαθέτει ολοένα περισσότερους δημόσιους πόρους για ευρωπαϊκά εξοπλιστικά προγράμματα, πρέπει να διεκδικεί ουσιαστική συμμετοχή στην παραγωγική αλυσίδα.
Ναυπηγεία, ηλεκτρονικά συστήματα, αμυντική βιομηχανία, μη επανδρωμένα συστήματα, λογισμικό, κυβερνοάμυνα, συντήρηση, έρευνα και τεχνολογία.
Αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος η λεγόμενη ,ευρωπαϊκή προτίμηση, να μετατραπεί στην πράξη σε προτίμηση των ήδη ισχυρών βιομηχανικών κρατών.
Υπάρχει όμως και ένα δεύτερο, εξίσου σοβαρό θέμα.
Ο έλεγχος των χρημάτων.
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο έχει επισημάνει ότι η ταχεία αύξηση της αμυντικής χρηματοδότησης συνοδεύεται από κινδύνους κατακερματισμού, επικαλύψεων, κενών στον σχεδιασμό και ακόμη και διπλής χρηματοδότησης.
Εδώ βρίσκεται ένα θεμελιώδες ερώτημα δημοκρατίας.
Όταν διατίθενται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ δημόσιου χρήματος, δεν αρκεί να γνωρίζουμε ποιος αγοράζει και ποιος πουλά.
Πρέπει να γνωρίζουμε ποιος ελέγχει το κόστος, ποιος αξιολογεί την αναγκαιότητα και ποιος λογοδοτεί για το αποτέλεσμα.
Και υπάρχει ακόμη ένα βαθύτερο ζήτημα.
Η εποχή μας χαρακτηρίζεται από την επιστροφή της ωμής γεωπολιτικής ισχύος. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία επανέφερε τον πόλεμο μεγάλης κλίμακας στην ευρωπαϊκή ήπειρο. Ταυτόχρονα, Ηνωμένες Πολιτείες, Ρωσία, ευρωπαϊκές δυνάμεις και άλλοι διεθνείς παίκτες ανταγωνίζονται για επιρροή, ενεργειακούς δρόμους, αγορές, τεχνολογία και στρατηγικό έλεγχο.
Δεν εξισώνω τις ευθύνες.
Δεν μπορεί να εξισώνεται ο επιτιθέμενος με τον αμυνόμενο.
Αρνούμαι όμως να δεχθώ ότι οι λαοί πρέπει να θεωρήσουν φυσιολογική μια διεθνή πραγματικότητα όπου κάθε κρίση οδηγεί σχεδόν αυτόματα σε έναν νέο γύρο εξοπλισμών.
Η Ελλάδα έχει ασφαλώς υπαρκτές αμυντικές ανάγκες. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να αποδεχθεί άκριτα μία οικονομία που μεταφέρει ολοένα περισσότερους πόρους από την κοινωνική και παραγωγική ανάπτυξη προς τη στρατιωτική βιομηχανία.
Μια χώρα με περιορισμένες οικονομικές δυνατότητες οφείλει να σκέπτεται διπλά πριν δεσμεύσει πόρους δεκαετιών.
Γιατί πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν κοινωνίες.
Και πίσω από τους εξοπλισμούς υπάρχουν πάντοτε συμφέροντα.
Η ελληνική Προεδρία του 2027, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως περίοδος τελετών και ευρωπαϊκών πρωτοκόλλων. Θα είναι μια περίοδος κατά την οποία η Ελλάδα θα πρέπει να υπερασπιστεί τη δημοσιονομική της αντοχή, την παραγωγική της συμμετοχή και το δικαίωμά της να μη μετατραπεί απλώς σε πελάτη μιας νέας ευρωπαϊκής πολεμικής οικονομίας.
Το πραγματικό ερώτημα είναι τελικά απλό.
Θέλουμε μια Ευρώπη που επενδύει στην ασφάλεια ή μια Ευρώπη που αρχίζει να οργανώνει την οικονομία και την πολιτική της γύρω από την προσδοκία του επόμενου πολέμου;
Μπορούμε να γνωρίζουμε άριστα τους αριθμούς των εξοπλισμών. Το πραγματικό πολιτικό ερώτημα όμως είναι αν έχουμε αρχίσει να ξεχνάμε το τίμημα του πολέμου.
Παραπομπή : SAFE.
Το SAFE, Security Action for Europe, είναι χρηματοδοτικό εργαλείο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ύψους έως 150 δισ. ευρώ για αμυντικές επενδύσεις και κυρίως κοινές προμήθειες. Η ΕΕ αντλεί τα χρήματα από τις αγορές και τα διαθέτει στα κράτη-μέλη ως μακροπρόθεσμα δάνεια και όχι ως επιχορηγήσεις.
* Ο Γιώργος Πριόβολος είναι οικονομολόγος – διδάκτωρ Κοινωνικών επιστημών